ἀνηνεμία

ἀνηνεμία
ἀνηνεμίᾱ , ἀνηνεμία
fem nom/voc/acc dual
ἀνηνεμίᾱ , ἀνηνεμία
fem nom/voc sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • ανηνεμία — ἀνηνεμία, η (Α) νηνεμία, έλλειψη ανέμου …   Dictionary of Greek

  • ἀνηνεμίας — ἀνηνεμίᾱς , ἀνηνεμία fem acc pl ἀνηνεμίᾱς , ἀνηνεμία fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνηνεμίαν — ἀνηνεμίᾱν , ἀνηνεμία fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνηνεμίην — ἀνηνεμία fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”